Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Πρακτικά εκδήλωσης ΔΣΑ για την οικον βοήθεια από τις χώρες της Ευρωζώνης Νο3

∆ΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΞΙΝΟΣ (Πρόεδρος ∆ΣΑ): Ο λόγος τώρα θα δοθεί στον κ. Κώστα Μπέη, Ομότιμο Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών.


ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΕΗΣ (Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών):


Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Φίλες και φίλοι,

Όπως και εσείς, έτσι και εγώ πληγώνομαι κάθε φορά που ξεφυλλίζοντας ξένες εφημερίδες και περιοδικά, ιδίως από τη Γερμα- νία, διαβάζω τη χλεύη για το κατάντημά μας και για τις προσδοκίες τους να κατάσχουν εθνικούς θησαυρούς της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και να τη βγάλουν τον πλειστηριασμό. Βέβαια, όταν τα πρωτοδιάβασα αυτά, δεν πίστευα στα μάτια μου. Είδα όμως ότι πραγματικά το ∆ιεθνές Σύμφωνο προβλέπει την εξουσία του ∆ιεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και των χωρών που θα δανείσουν την Ελλάδα δια μέσου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να κατάσχουν και ακατάσχετα περιου- σιακά στοιχεία του Ελληνικού ∆ημοσίου, όπως είναι η πολιτιστική μας κληρονομιά, οι αρχαιότητές μας, τα νησιά μας. Ηδονίζονται να τα κατάσχουν και να τα βγάλουν στον πλειστηριασμό.

Βέβαια, όταν ένας νομικός καθίσει και προσεγγίσει αυτές τις φλυαρίες με προσοχή, θα δει ότι τουλάχιστον, σε πρώτη φάση, τέτοιο κίνδυνο δεν έχουμε. Γιατί; ∆εν ανέλαβε τέτοιες υποχρεώσεις η Ελληνική Κυβέρνηση; Ανέλαβε. Μέσα στο Σύμφωνο υπάρχει ρητά ο όρος της εξουσίας των δανειστών να κατάσχουν ακατά- σχετα αντικείμενα της δημόσιας περιουσίας. Αλλά για να ισχύει αυτή η δέσμευση, θα έπρεπε να κυρωθεί η συμφωνία με την πλει- οψηφία των 3/5 του συνόλου των Βουλευτών. Αυτή την πλειοψηφία δεν μπορούσε να τη διαθέτει η κυβέρνηση και αρκέστηκε, ως εκ τούτου, σε έναν απλό νόμο. Η Σύμβαση δεν κυρώθηκε νομοθετικώς, αφού περιείχε διατάξεις για τις οποίες ήταν απαραίτητη η πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου των Βουλευτών, όπου επα- ναλήφθηκαν οι διατάξεις που περιέχονται στο Σύμφωνο. Αυτές όμως οι διατάξεις, τουλάχιστον με την πρώτη ματιά, δεν μπορούν να είναι δεσμευτικές. ∆εν μπορεί να έχει εξουσία κανείς να έλθει να κατάσχει ακατάσχετα αντικείμενα της Ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και των νησιών μας, όπως ονειρεύονται, γιατί δεν έχει κυρωθεί αυτή η σύμβαση. Απλώς, είπαμε, έγινε ένας νόμος, πάσχει αντισυνταγματικότητας, και κατά το σημείο τούτο, αναφορικά δηλαδή με την ακατάσχετη περιουσία, δεν ισχύει. ∆εν έληξε όμως το ζήτημα. ∆υστυχώς το πρόβλημα υπάρχει και πρέπει να μας απασχολήσει.

Με ποια έννοια: έχουμε από εκεί και πέρα το ενδεχόμενο κάτω από πιέσεις η Ελληνική κυβέρνηση να εκμισθώσει αυτά τα ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία με πολύχρονες μισθωτικές συμβάσεις. Καμία διάταξη του Συντάγματος δεν μας προστατεύει από αυτό. Μακάρι να κάνω λάθος και να με διορθώσετε. Όσο προσπάθησα να μελετήσω το πρόβλημα, δεν βλέπω ότι θα μπορούσε να αποφύγει την πίεση μία εξασθενημένη ελληνική κυβέρνηση να παραχωρήσει μισθωτικό δικαίωμα πολυετές για την εκμετάλλευση των αρχαιολογικών μας χώρων και για την τουριστική εκμετάλλευση νησιών μας. Ο κίνδυνος λοιπόν είναι υπαρκτός και πρέπει να μας απασχολήσει πώς εγκαίρως θα πά- ρουμε τα μέτρα μας και δεν θα αιφνιδιαστούμε την τελευταία στιγμή και να αλαφιαζόμαστε με προχειρολογήματα.

Ανάμεσα στα άλλα, το ∆ιεθνές Σύμφωνο –που επαναλαμβάνω δεν κυρώθηκε νομοθετικώς, αλλά απλώς οι διατάξεις του πέρασαν με απλό νόμο– περιέχει διάταξη, ότι αναφορικά με αυτή την κατάσχεση των ακατάσχετων περιουσιακών στοιχείων, δικαι- οδοσία και αρμοδιότητα θα έχει το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο του Λουξεμβούργου. Και αναρωτιέμαι: αν γίνουν παράνομες κατασχέσεις, δεν θα έχουν δικαιοδοσία τα Ελληνικά ∆ικαστήρια να προσφύγουμε και να διαγνώσουν ότι σύμφωνα με το ελληνικό Σύνταγμα είναι άκυρη η κατάσχεση και ο επισπευδόμενος πλειστηριασμός; Θα πρέπει να τρέχουμε στο Λουξεμβούργο, για να αποφανθεί το Λουξεμβούργο, αν είναι άκυρη η κατάσχεση που έγινε; Με την πρώτη ματιά φαίνεται τρελό. Αλλά ούτε το πρώτο είναι, ούτε το τελευταίο από τα τρελά που συμβαίνουν σε αυτό τον τόπο.

∆εν θα σας απασχολήσω περισσότερο, παρά μόνο με δύο ακόμη σκέψεις:

Η μία είναι συναισθηματική. Έχω την αίσθηση ότι βρισκόμα- στε εκεί που βρίσκονταν οι Αθηναίοι την εποχή του ∆ημήτριου του πολιορκητή, σε τέτοιο χάλι κατάπτωσης, που του είχαν παραχωρήσει τον ίδιο τον Παρθενώνα να χρησιμοποιεί ως ιδιωτική κατοικία. Σε αυτό το χάλι περίπου βρισκόμαστε και τώρα.

Η δεύτερη σκέψη είναι τι γίνεται μακροπρόθεσμα. Είναι ολο- φάνερο, κυρίες και κύριοι, ότι έχουμε οξύτατο πολιτικό, πολιτειακό πρόβλημα. Το κράτος μας έχει σαπίσει και πρέπει να το καταλά- βουμε αυτό. Χρειαζόμαστε νέο πολίτευμα, χρειαζόμαστε μελέτη. Κάνω έκκληση στον Πρόεδρο του ∆ικηγορικού Συλλόγου να συγκεντρώσει ανθρώπους που έχουν γνώση και να γίνει μία προε- τοιμασία για ένα υγιές πολίτευμα. Το πολίτευμα αυτό, της φαυλοκρατίας, επιτέλους πρέπει να ανατραπεί.

Αυτές τις σκέψεις θέλω να θέσω υπόψη σας και θα ήμουν ευτυχής, αν θα μπορούσαν να βρουν κάποια απήχηση και στις δικές σας ευαισθησίες.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας.



∆ΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΞΙΝΟΣ (Πρόεδρος ∆ΣΑ):

Παρακαλώ τον κ. Κώστα Χρυσόγονο, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, να έλθει στο Βήμα και τον ευχαριστώ για όλη τη βοήθεια που μας έχει παράσχει και που θα συνεχίσει να παρέχει.



ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ (Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσ- σαλονίκης):

Σας ευχαριστώ εγώ από την πλευρά μου, κύριε Πρόεδρε, για την τόσο τιμητική πρόσκληση για δεύτερη φορά μέσα σε ένα μήνα. ∆εν θα επαναλάβω βεβαίως όσα είχα πει για το θέμα στην προηγούμενη εκδήλωση που είχε γίνει εδώ στις 15 Ιουνίου του 2010.

Επιτρέψτε μου μόνο να πω τελείως επιγραμματικά ότι κατά την άποψή μου η Ελλάδα εισέρχεται με ταχύτητα στη πιο επικίνδυνη στροφή της μεταπολεμικής της ιστορίας. Τα επόμενα χρόνια προμηνύονται για τον Ελληνικό Λαό τα δυσκολότερα από την πε- ρίοδο της γερμανικής κατοχής. Στην πραγματικότητα, άλλωστε, η χώρα από το Μάιο και μετά τελεί υπό μία μετανεοτερική εκδοχή οικονομική ξένης κατοχής, που είναι η περιβόητη «τρόικα» και ο «μηχανισμός στήριξης της Ελληνικής οικονομίας», που για μένα δεν είναι μηχανισμός στήριξης της Ελληνικής οικονομίας, είναι μηχανισμός στήριξης των ξένων δανειστών. Ας μου επιτραπεί εδώ, εν είδει παρενθέσεως, να πω ότι όση ευθύνη για την υπερχρέωση φέρουν οι Ελληνικές Κυβερνήσεις, που αλόγιστα και ανεύθυνα δανείζονταν και άρα και οι ψηφοφόροι, οι οποίοι τις ανεδείκνυαν, άλλη τόση φέρουν οι διοικήσεις των ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, που εξίσου αλόγιστα και ανεύθυνα δάνειζαν και συνεπώς και οι μέτοχοί τους. Άρα, δεν είναι λογικό και δεν είναι και βιώσιμο βεβαίως να επιδιώκεται μέσω αυτού του μηχανισμού, ασύμμετρης κατ’ ουσία πτώχευσης, να επιρριφθούν όλες οι συνέπειες της υπερχρέωσης και της διαγραφόμενης παύσης πληρωμών, σε βάρος του Ελληνικού Λαού και αντιθέτως να επιχειρείται να ικανοποιηθούν στο ακέραιο οι δανειστές. Αυτό δεν είναι το κύριο αντικείμενο της εισήγησής μου, απλώς το λέω εισαγωγικά. Το κύριο αντικείμενο είναι η ∆ανειακή Σύμβαση.

Η ∆ανειακή Σύμβαση που υπογράφτηκε στις 8 Μαΐου του 2010 μεταξύ, αφενός, της Ελληνικής ∆ημοκρατίας ως δανειολήπτη και, αφετέρου, των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εκτός της Ομοσπονδιακής ∆ημοκρατίας της Γερμανίας, και του γερμανικού πιστωτικού ιδρύματος για την ανοικοδόμηση, όπως λέγεται, το οποίο τελεί υπό την εγγύηση και ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον της Ομοσπονδιακής ∆ημοκρατίας της Γερμανίας, είναι μία διεθνής σύμβαση, η οποία υποβλήθηκε στη Βουλή για κύρωση με νόμο και το σχετικό νομοσχέδιο, εξ’ όσων γνωρίζω, ακόμη εκκρεμεί, δεν έχει περάσει από τη Βουλή. Είναι άλλο πράγμα αυτό και άλλο η ψήφιση του Ν. 3845/2010 που επιγράφεται «Μηχανισμός Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας». Ειρήσθω εν παρόδω, αυτή η έκφραση δεν υπάρχει σε καμία από τις δηλώσεις των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης που προηγήθηκαν, είναι έκφραση για εγχώρια κατανάλωση. Οι δηλώσεις αυτές κάνουν λόγο για στήριξη της Ευρωζώνης και όχι για στήριξη της Ελληνικής Οικονομίας. Εν πάση περιπτώσει, είναι διαφορετικό το ζήτημα της ψήφισης του Ν.3845/2010 και διαφορετικό το ζήτημα της δανειακής σύμβασης, η οποία, επαναλαμβάνω, εκκρεμεί προς κύρωση και θα κυρωθεί προφανώς με νόμο από τη Βουλή.

Τι λέει αυτή η Σύμβαση: Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 α «η χορήγηση και εκταμίευση οποιασδήποτε δόσης του δανείου» – ήδη έχει δοθεί η πρώτη δόση– «τελεί υπό την προϋπόθεση της υποβολής «γνωμοδοτήσεων» –ουσιαστικά πρόκειται για προκα- τασκευασμένες δηλώσεις, το κείμενο των οποίων εμπεριέχεται αυτούσιο στη ∆ανειακή Σύμβαση– «από τους νομικούς συμβούλους των Υπουργείων ∆ικαιοσύνης και Οικονομικών».

Το άρθρο 4 παρ. 1β προσθέτει «Ο δανειζόμενος, η Ελληνική ∆ημοκρατία, εγγυάται ότι οι γνωμοδοτήσεις αυτές είναι ορθές και ακριβείς». Τι λένε οι γνωμοδοτήσεις; Σημασία έχει κυρίως το σημείο «12», το οποίο διαβεβαιώνει τους δανειστές, δηλαδή τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωζώνης και το ∆ιεθνές Νομισματικό Ταμείο, ότι ούτε ο δανειζόμενος, ούτε οποιαδήποτε περιουσία του έχουν ασυλία λόγω κυριαρχίας, ή για άλλο λόγο, από τη δικαιοδοσία και την εκτέλεση σχετικά με κάθε ενέργεια, ή διαδικασία σχετική με τη Σύμβαση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 της συμβάσεως «ο δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει, ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο, ή τα περιουσιακά του στοιχεία, από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του, στο βαθμό που δεν το απαγορεύει δεσμευτικό δίκαιο, mandatory law», λέει το πρωτό- τυπο κείμενο της δανειακής συμβάσεως στην αγγλική γλώσσα. Σε τι συνίσταται αυτό το δεσμευτικό ∆ίκαιο, είναι προς το παρόν άδηλο. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υφίσταται διεθνές έθιμο, απαγορευτικό της αναγκαστικής εκτέλεσης σε περιουσιακά στοιχεία του κράτους προορισμένα για δημόσιους σκοπούς. Ωστόσο φαίνεται να γίνεται γενικά αποδεκτό στη θεωρία του ∆ιεθνούς ∆ικαίου ότι το κράτος-οφειλέτης μπορεί να παραιτηθεί από την ασυλία του αυτή έναντι εκτέλεσης με ρητή πράξη του. Και ασφαλώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως τέτοια ρητή πράξη είναι η υποβολή των γνωμοδοτήσεων των νομικών συμβούλων των δύο Υπουργείων και η διαβεβαίωση της Ελληνικής Κυβέρνησης για την ακρίβειά τους. Παρενθετικά επιτρέψτε μου να πω ότι κατά την άποψή μου η υπογραφή των γνωμοδοτήσεων αυτών – χωρίς να είμαι ποινικολόγος και χωρίς να θέλω να παραστήσω τον εισαγγελέα– μου μοιάζει τουλάχιστον να εμπίπτει στη νομοθετική μορφή της παραβάσεως καθήκοντος. Όταν δηλαδή διαβεβαι- ώνεται ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να προβάλει ενστάσεις απορρέουσες από την κυριαρχία της κατά της εκτελέσεως που πρόκειται να επισπεύσει κράτος-δανειστής, αν δεν καταφέρουμε να αποπληρώσουμε εγκαίρως, έστω και μία από τις δόσεις του δανείου. Σημειωτέον μάλιστα ότι εφαρμοστέο δίκαιο για την παραπάνω σύμβαση είναι σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 –όχι το Ελληνικό– αλλά το Αγγλικό ∆ίκαιο και αποκλειστικά αρμόδιο δικαστήριο για όλες τις διαφορές που προκύπτουν από αυτή τη Σύμβαση, το ∆ικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Λουξεμβούργου, σύμφωνα με την παρ.2 του ίδιου άρθρου 14.

Στο αγγλικό ∆ίκαιο θέματα ασυλίας κρατών ρυθμίζονται από τη state immunity act του 1978, όπως έχει τροποποιηθεί έκτοτε. Στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης τα άρθρα 13 παρ. 2-4 του νόμου αυτού επιτρέπουν την εκτέλεση κατά του αλλοδαπού ∆ημοσίου μόνο για περιουσιακά στοιχεία χρήσης iure gestionis. Θα διαβάσω την έκφραση στα αγγλικά: «property in use or itendy for use for commercial purposes», δηλαδή για εμπορικούς σκοπούς. Το κρίσιμο ζήτημα εδώ είναι αν η διάταξη αυτή της state immunity act υπερισχύει του σημείου «12» των γνωμοδοτήσεων και περαι- τέρω πώς ακριβώς θα οριοθετηθεί ερμηνευτικά η εκτέλεση. Με άλλες λέξεις, είναι σαφές ότι π.χ. το Μέγαρο τη Βουλής, ή τα κτί- ρια στα οποία στεγάζονται τα Υπουργεία, ή τα πολεμικά αερο- σκάφη της Ελληνικής Αεροπορίας, ή τα πολεμικά πλοία του Πολεμικού Ναυτικού συνιστούν τους απαραίτητους φιλικούς όρους για την κυρίαρχη κρατική υπόσταση της Ελληνικής ∆ημοκρατίας. Εκεί είναι σαφές ότι πρόκειται για περιουσία, η οποία, όχι απλώς είναι προορισμένη για δημόσιο σκοπό, συνιστά, επαναλαμβάνω, προϋπόθεση της άσκησης κυριαρχίας εκ μέρους του κράτους, αν και βεβαίως οι γνωμοδοτήσεις λένε ότι το κράτος παραιτείται. Αλλά, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η παραίτηση αυτή δεν είναι έγκυρη, ερωτάται πώς θα ερμηνευτούν τα όρια από το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο φαίνεται να είναι αρμόδιο; ∆ηλαδή αυτά είναι στοιχεία εθνικής κυριαρχίας; Ο Παρθενώνας τι είναι; Από πού προστατεύεται ο Παρθενώνας; Το Μουσείο της Ακρόπολης τι είναι; Ο αρχαιολογικός χώρος της Ολυμπίας τι είναι; Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι εδώ ανοίγει πεδίο, όπου παίζουμε εν ου παικτοίς. Εξάλλου, το εφαρμοστέο αγγλικό ∆ίκαιο παρέχει στο κράτος-οφειλέτη ελάχιστες άμυνες για τη μη εκτέ- λεση, ιδίως στην εξαιρετικά εξασθενημένη πλέον act of state doc-trine.

∆εν πρόκειται να επεκταθώ περισσότερο, δεν είμαι ειδικός σε θέματα αγγλικού ∆ικαίου, αλλά γενικά εκείνο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι το αγγλικό ∆ίκαιο σε τέτοια θέματα ακριβώς, επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο είναι έδρα χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επειδή τίθενται κατ’ επανάληψη θέματα τέτοια σε σχέση με αλλοδαπά κράτη-οφειλέτες έναντι των ιδρυμάτων αυτών, είναι το χειρότερο δυνατό ∆ίκαιο για τον οφειλέτη. ∆εν επιλέχθηκε τυχαία το αγγλικό ∆ίκαιο, όπως δεν επιλέχθηκε τυχαία και το ∆ικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο, ως γνωστό, πλειοψη- φούν δικαστές προερχόμενοι από τα κράτη-δανειστές. ∆εν είναι καν δηλαδή αμερόληπτο ∆ικαστήριο το ∆ικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα ήταν προτιμότερο από την άποψη αυτή π.χ το ∆ικαστήριο της Χάγης.

Το σημείο «12» των γνωμοδοτήσεων φαίνεται εν πάση περιπτώσει να ανατρέπει τη βασική αρχή του ∆ικαίου της εκτέλεσης κατά του δημοσίου –που θετικοποιείται στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002– ότι δηλαδή αυτή γίνεται σε βάρος μόνο της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, των ΟΤΑ, των Ν.Π.∆.∆. κατ’ αποκλεισμό της δημόσιας περιουσίας τους. Εξάλλου, η δανειακή σύμ- βαση, μετά την κύρωσή της με νόμο που φοβάμαι ότι θα συμβεί, αποκτά την κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος τυπική ισχύ και συνεπώς υπερισχύει του ν. 3068/2002. Είναι βέβαια προφανές ότι η ύπαρξη ακατάσχετων δημοσίων πραγμάτων, όπως ο οπλισμός και οι εγκαταστάσεις των Ενόπλων ∆υνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, τα κτίρια όπου στεγάζονται και λειτουργούν τα άμεσα όργανα του κράτους κ.ο.κ., καθώς και απαιτήσεων, ή χρηματικών διαθεσίμων π.χ. για τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η ύπαρξη και η κυρίαρχη υπόσταση ενός κράτους. Εφόσον το κράτος δεν επιτρέπεται, ενόψει των θεμελιωδών διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του Συντάγματος (λαϊκή κυριαρχία και διάκριση των εξουσιών) να απαλλοτριώσει, ή να εκχωρήσει με οποιονδήποτε τρόπο σε ιδιώτες ένα πυρήνα αρμοδιοτήτων που συνιστούν άσκηση κατ’ εξοχήν δημόσιας εξουσίας και έκφραση κυριαρχίας, όπως έχει κρίνει στο παρελθόν η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντίστοιχα δεν επιτρέπεται να στερηθεί και από τα υλικά μέσα που καθιστούν πρακτικά εφικτή την άσκηση της κυριαρχίας του τουλάχιστον. Θα έλεγα ότι δεν επιτρέπεται να αποστερηθεί και από τα υλικά μέσα που του επιτρέπουν την εκπλήρωση άλλων αποστο- λών του, όπως είναι π.χ. η κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος υποχρέωσή του για προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Άρα, για μένα, ως συνταγματολόγο, δεν υπάρχει αμφιβολία

ότι ο κυρωτικός της δανειακής σύμβασης νόμος είναι στο σημείο αυτό αντισυνταγματικός και –προσθέτω– τέτοιες διατάξεις, ούτε με εφαρμογή των παρ. 2 και 3 του άρθρου 28 του Συντάγματος, θα μπορούσαν θεμιτά να θεσπιστούν –δηλαδή έστω και με αυξημένη πλειοψηφία με τις προϋποθέσεις εκείνες– διότι θίγουν πρόδηλα τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως και για τον ίδιο λόγο δεν θα μπορούσαν να θεσπιστούν, ούτε καν με αναθεώρηση του Συντάγματος κατά το άρθρο 110.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι για τις διαφορές που τυχόν ανακύψουν από τη δανειακή σύμβαση ιδρύεται, όπως προείπα, αποκλειστική αρμοδιότητα του ∆ικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί, λοιπόν, από τώρα να πιθανολογήσει κανείς ότι το ∆ικαστήριο αυτό θα προσανατολιστεί με βάση το άρθρο 27 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το ∆ίκαιο των Συνθηκών που ορίζει ότι τα κράτη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις του εσωτερικού τους δικαίου, άρα ούτε και του εθνικού τους Συντάγματος, για να αποφύγουν την εκπλήρωση των διεθνών τους υποχρεώσεων, όπως προδήλως είναι οι υποχρεώσεις με βάση τη ∆ανειακή αυτή Σύμβαση που θα κυρωθεί με νόμο. Το μόνο που θα μπορούσε να προσθέσει κανείς εδώ βέβαια είναι ότι αν θεωρηθεί ότι η ∆ανειακή Σύμβαση εκχωρεί στο ∆ικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Λουξεμβούργο, την αρμοδιότητα να κρίνει επί ανακοπών του Ελληνικού ∆ημοσίου κατά της κατασχέσεως π.χ. του Μεγάρου της Βουλή, ή των πολεμικών αεροσκαφών της Ελληνικής Αεροπορίας, τότε αυτό συνιστά αναγνώριση σε διεθνές όργανο, ή σε όργανα εν πάση περιπτώσει υπερεθνικού οργανισμού, όπως είναι το ∆ικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρμο- διοτήτων κατά το Σύνταγμα, γιατί σαφώς πρόκειται για αρμοδιότητα άσκησης δικαιοδοτικού έργου που καλύπτεται από άρθρα 94 επόμενα του Συντάγματος και άρα τουλάχιστον ως προς αυτό ειδικά το σημείο θα απαιτείτο η πλειοψηφία των 3/5 για την κύρωση της ∆ανειακής Σύμβασης, αν υποθέσουμε πως υπονοείται κάτι τέτοιο. Αλλά ούτε και αυτό είναι βεβαίως ξεκάθαρο από το κείμενο του νόμου.


Η περαιτέρω έρευνα του κύρους και της ερμηνείας του σημείου «12» των γνωμοδοτήσεων και των άρθρων 4 και 14 της Σύμβασης από την οπτική γωνία του διεθνούς, ή και του εφαρμοστέου αγγλικού ∆ικαίου, εκφεύγει από τα πλαίσια της εισήγησης αυτής. Παρά ταύτα, χωρίς καμία διάθεση της δραματοποίησης της κατάστασης, θα μπορούσε να διατυπωθεί το συμπέρασμα πως η ∆ανειακή αυτή Σύμβαση θέτει μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον σε διακινδύνευση ακόμη και τα αναγκαία μέσα άσκησης της εθνικής μας κυριαρχίας, δηλαδή στην πραγματικότητα θέτει σε διακινδύνευση την ίδια την κυρίαρχη κρατική υπόσταση της Ελληνικής ∆ημοκρατίας. Άλλωστε, δεν λείπουν τα ιστορικά παραδείγματα κρατών που υποχρεώθηκαν αν απορροφηθούν από άλλα, ή να μετατραπούν σε προτεκτοράτα, ως συνέπεια της πτώχευσής τους. Το 1928 η Μεγάλη Βρετανία υποχρέωσε το ουσιαστικά ανεξάρτητο κράτος της Νέας Γης είναι ένα μεγάλο νησί στα ανοικτά των ακτών του Καναδά στον Ατλαντικό, με έκταση όση η Ιρλανδία - να απορροφηθεί από τον Καναδά, διότι δεν μπορούσε να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος του. Έγινε μία συγχώνευση κρατών. Μερικές δεκαετίες νωρίτερα, το 1870, και πάλι η Μεγάλη Βρετανία, στηριζόμενη στην ισχύ του στόλου της, μετέτρεψε σε προτεκτοράτο την Αίγυπτο, διότι δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος της. ∆εν βρισκόμαστε βεβαίως στην εποχή των κανονιοφόρων, αλλά φαίνεται πως οι διεθνείς κεφαλαιαγορές έχουν εξίσου αποτελεσματικά μέσα, για να επιβάλουν την κυριαρχία τους στα εθνικά κράτη.

Φοβάμαι ότι όλα αυτά δεν έχουν γίνει αντιληπτά στην πραγματική διάσταση από τον ελληνικό λαό. ∆εν έχουν γίνει αντιληπτά, διότι υπάρχει ένα οργανωμένο σύστημα παραπληροφόρησης και αποσιώπησης της αλήθειας από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, το οποίο δεν αφήνει τον Ελληνικό Λαό να αντιληφθεί τι πρόκειται να συμβεί τα επόμενα χρόνια στη χώρα αυτή. Η εφαρμογή του Μνημονίου και του Μηχανισμού Στήριξης με όλα όσα συνεπάγεται, φοβάμαι ότι παραπέμπουν στη μετατροπή της χώρας μας – στο όχι πολύ μακρινό μέλλον– σε ένα οικονομικά εξαθλιωμένο διεθνές προτεκτοράτο, όπως είναι π.χ. το Κοσσυφοπέδιο, όσο απαισιόδοξο και αν ακούγεται αυτό.

Επιτρέψτε μου καταληκτικά να προσθέσω ότι κατά την άποψή μου βεβαίως και θα υπήρχε άλλος δρόμος, βεβαίως και θα υπήρχε άλλη λύση. Και ο άλλος αυτός δρόμος θα ήταν να υπάρξει αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, η οποία να ξεκινήσει από τώρα, διότι στην πραγματικότητα αυτό που γίνεται είναι ότι μετα- θέτουμε ελαφρώς κατά δύο έτη το πρόβλημα, αλλά και ταυτό- χρονα το επιδεινώνουμε. Και βεβαίως η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους θα έπρεπε κατά την άποψή μου να συνδυαστεί και με μία ευρεία συνταγματική μεταρρύθμιση, η οποία να βοηθήσει προς την κατεύθυνση της απαλλαγής της χώρας από την «τάξη» των επαγγελματιών πολιτικών, οι οποίοι και μας οδήγησαν στο σημείο αυτό. Στην ουσία η «τάξη» των επαγγελματιών πολιτικών είναι σήμερα για την Ελλάδα ό,τι ήταν στο μεσαίωνα η τάξη των ευγενών γαιοκτημόνων. Τότε οι ευγενείς γαιοκτήμονες επιβάλλονταν στον πληθυσμό με τη χρήση της βίας. Σήμερα η πολιτική τάξη επιβάλλεται στο λαό μέσω του πελατειακού εξανδραποδισμού του. Αυτός ο εξανδραποδισμός επιτεύχθηκε, όμως, με δανεικά χρήματα. Τώρα που τελειώνουν τα δανεικά, θα σημάνει η ώρα της αλήθειας.

Στο πλαίσιο μια τέτοιας συνταγματικής μεταρρύθμισης, πιστεύω ότι καίριο σημείο θα έπρεπε να είναι η θεσμοθέτηση κωλύματος εκλογιμότητας, μετά τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου βουλευτικής θητείας. Θέλετε να είναι 10, 12, 15 χρόνια; Πρέπει να υπάρχει ένα κώλυμα εκλογιμότητας, ούτως ώστε να αποφεύ- γεται η μετατροπή των ανθρώπων σε επαγγελματίες πολιτικούς, γιατί οι επαγγελματίες πολιτικοί καταλήγουν να αποζούν από την πολιτική τους δραστηριότητα, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.


Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η ουσία του ελληνικού προβλήματος. Σας ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: